• 21 Σεπτεμβρίου, 2026

Ένα οδοιπορικό στη μνήμη, την παράδοση και την αρχοντιά του Περιβολίου με την Μαριάνθη Ζήγρα-Καλογήρου

Ένα οδοιπορικό στη μνήμη, την παράδοση και την αρχοντιά του Περιβολίου με την Μαριάνθη Ζήγρα-Καλογήρου

 

Το Περιβόλι Γρεβενών δεν είναι απλώς ένας τόπος θερινής συνάντησης· είναι ένα ζωντανό μωσαϊκό μνήμης, ιστορίας και πολιτισμού. Κάθε καλοκαίρι, οι Βλάχοι δίνουν εδώ το παραδοσιακό τους ραντεβού. Από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, βεβαίως το Βελεστίνο, αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα, από την Αμερική και την Αυστραλία, άνθρωποι κάθε ηλικίας επιστρέφουν στις ρίζες τους. Γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο και τις γιορτές της Παναγίας, το χωριό σφύζει από ζωή, αποδεικνύοντας ότι η παράδοση δεν είναι μουσειακό είδος, αλλά μια συνεχής ροή που διαπερνά τις γενιές.

Σε αυτό το οδοιπορικό, δύο γυναίκες διαφορετικής ηλικίας, η 84χρονη κυρία Μαριάνθη Ζήγρα-Καλογήρου και η καθηγήτρια Στέλλα Γιακούλα, μας άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις τους, ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα μιας άλλης εποχής, όπου η σκληρή δουλειά συνυφαινόταν με την αρχοντιά, τη λεβεντιά και την αγάπη για τον τόπο.

Αναλυτικά την αποφώνηση της συνέντευξης της κας Γιακούλα μπορείτε να βρείτε στο παρακάτω «παράθυρο» με πληθώρα φωτογραφιών.

Μιλάμε με τη Στέλλα Γιακούλα για την ζωή στο Περιβόλι Γρεβενών και τα ανεξίτηλα υφαντά του Περιβολίου με τα ζωηρά χρώματα

Την συνέντευξη της κας Μαριάνθης μπορείτε να την διαβάσετε παρακάτω, αλλά και να δείτε το βίντεο που ενσωματώσαμε στο άρθρο.

Κα Μαριάνθη: Ονομάζομαι Μαριάνθη Ζήγρα-Καλογήρου. Οι γυναίκες τότε κρατούσαμε το επίθετο του συζύγου. Τελειώναμε το δημοτικό, πηγαίναμε και δυο χρονιές στο γυμνάσιο και αυτό ήταν αρκετό για τα κορίτσια…. Τα αγόρια σπούδαζαν, ενώ τα κορίτσια φρόντιζαν το νοικοκυριό, το σπίτι. Δεν δούλευαν οι γυναίκες τότε.

Βιβή Τσιντσίνη (Β.Τ.): Μια χαρά δούλευαν, απλά δεν ήταν στο επάγγελμα όπως το λέμε. Ήταν σκληρή η δουλειά του νοικοκυριού τότε…

Κα Μαριάνθη: Ακριβώς! Ο πατέρας μου είχε πρόβατα και τότε τους ταΐζαμε… Να ζυμώσουμε, να ετοιμάσουμε τα ρούχα τους… τα πάντα…. Τα προικιά τότε τα υφαίνανε. Όλα γινόταν με το χέρι… είτε κάλτσες ήταν, είτε εσώρουχα ήταν, τα προικιά, τα χαλιά, τις κουβέρτες… Δεν σταματούσαμε καθόλου.

Β.Τ.: Βλέπουμε γύρω μας -σε αυτόν τον υπέροχο χώρο- ότι έχετε κρατήσει το παραδοσιακό στιλ.

Κα Μαριάνθη: Ναι. Εδώ κρατιέται στο βουνό. Όχι κάτω. Εδώ που είμαστε, στολίζουν τα σπίτια έτσι. Οι Βλάχοι έχουμε ένα ραντεβού όλο το καλοκαίρι, εδώ, στο Περιβόλι. Από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Αμερική, την Αυστραλία, από… παντού! Και τον Δεκαπενταύγουστο όλοι είμαστε εδώ μαζεμένοι. Πάντα ήταν προοδευτικό χωριό, όπως έλεγαν «κάθε πόρτα και γιατρό». Δηλαδή σπούδαζαν πάρα πολλά παιδιά. Η μαμά μου είχε βγάλει τότε το λύκειο. Τελειώναμε σχολείο κάτω και ερχόμασταν την 1η Μαΐου… και συνεχίζαμε εδώ το σχολείο. Αφού κάηκε το χωριό κάναμε σχολεία, μετά φτιάξανε το Γενικό Λύκειο στον Άγιο Γεώργιο. Το μάθημα γινόταν πάνω στο γυναικονίτη. Μιλούσαμε βέβαια βλάχικα.

Β.Τ.: Με τα υφαντά ασχολούνταν οι Περιβολιώτισσες πάντοτε;

Κα Μαριάνθη: Κάθε σπίτι είχε και έναν αργαλειό. Κάθε σπίτι! Διότι τα πάντα, όπως είπα και πριν, γίνονταν με τα χέρια. Να σκεπαστούμε, να στρώσουμε τις κουβέρτες, τα χαλιά… φτιάχναμε πανωφόρια…

Β.Τ.: Το πρώτο υλικό, το μαλλί από τα πρόβατα;

Κα Μαριάνθη: Κουρεύαμε τα πρόβατα. Τα πλέναμε. Τα ξαίναμε, τα στέλναμε στα λανάρια. Πιο παλιά όμως –εγώ δεν τα βρήκα– τα έγνεθαν οι γιαγιάδες, που είχαν κάτι  σαν χτένια, …μεγάλη ταλαιπωρία. Μετά βγήκαν οι μηχανές. Αργότερα βγήκε το φυτίλι –όπως το λέγαμε εμείς. Λεπτό-λεπτό και ήταν πιο εύκολο για να γίνει.

Β.Τ.: Και τα χρώματα που βλέπουμε εδώ, έτσι πολύ ζωντανά…

Μαριάνθη: (δείχνοντας) Αυτό είναι της μαμάς μου προίκα. Έχει γίνει από χρώματα που ξέρανε πως να τα φτιάξουνε από τα δέντρα … τα βράζανε κλπ…  Είναι εκατό χρονών αυτό το χαλί. Αργότερα βρήκαμε την ευκολία μας, παίρναμε μπογιές και βάφαμε. Αφού το γνέθαμε, και γίνονταν οι κλωστές, μετά τα βάφαμε και μπαίναν στον αργαλειό. Τα κάναμε μασούρια…

Β.Τ.: Εσείς έχετε ακόμα αργαλειό, μας είπαν…

Κα Μαριάνθη: Τον έχουμε κάτω τον αργαλειό. Και την τσικρίκα που γύριζε, και το αδράχτι… όλα.

Β.Τ.:  Έχει μάθει κάποια από την νεότερη γενιά να το χρησιμοποιεί;

Κα Μαριάνθη: Δυστυχώς, δεν ξέρουν οι νέοι καθόλου. Όχι, δεν ασχολείται κανένας. Η δική μας η γενιά τα ξέρει. Αλλά πόσοι ζούμε τώρα; Εγώ είμαι 84 χρονών. Σβήνει σιγά σιγά… γι’ αυτό και θέλησα να τα πω…

Β.Τ.: Πόσο χρόνο ήθελε για παράδειγμα ένα κομμάτι;

Μαριάνθη: Από το πρωί μέχρι το βράδυ -αν κάποια ήταν γρήγορη- μπορούσε να κάνει ένα μαξιλάρι στενό. Όταν όμως είναι φαρδύ, πάνω από είκοσι πόντους την ημέρα. Είναι δύσκολο. (δείχνοντας ένα υφαντό στον τοίχο) Αυτός τώρα ο χορός, δεν βγαίνει εύκολα… Είναι πάνω σε μία κλωστή. Δεν είναι ίδια, αλλού είναι πολύ λεπτό. Μπορεί να είναι πάνω σε μία κλωστή και άλλα να είναι σε τέσσερις κλωστές. Εκείνο που θέλεις να κάνεις πρόσωπα, φορέματα, είναι δύσκολο. Πρέπει να γίνει σε μια κλωστή.

Β.Τ.: Το σχεδιάζατε;

Κα Μαριάνθη: Παίρναμε το σχέδιο από παππούδες! Το βλέπαμε και το φτιάχναμε…

Β.Τ.: Και τα ρούχα σας;

Κα Μαριάνθη: Αυτά τα τσαρουχάκια (παπουτσάκια για παιδιά) να τα προσέξετε. Αυτό είναι από τσαγκάρη, δεν είναι έτοιμο. Είναι από δέρμα… Αυτά φορούσαν τα παιδάκια στις παρελάσεις. (η κα Μαριάνθη μας έδειξε ακόμη ξυλόγλυπτο του 1932, χαλιά και υφαντά που μπορείτε να δείτε στο βίντεο). Δεν ξέρανε γράμματα… Κοιτάξτε το «Χαίρετε» στο μαξιλάρι… είναι ανάποδα γραμμένο! (μας δείχνει την κάπα) Την κάπα την έφτιαχναν για να στέκεται και να μην παίρνει νερό. Είναι από κατσίκα. Το νερό έτρεχε από πάνω, δεν περνούσε μέσα! Όταν τη στέλναν στο μαντάνι ‘ξέραν πως να το φτιάξουν, ώστε να το τρυπώσουν έτσι ώστε να βγει από πάνω αυτό που είναι αδιάβροχο. Βαρύ πράγμα. Αυτές οι γκλίτσες γίνονται από κράνα… γιατί τα άλλα δεν είναι γερά… σπάνε…

Β.Τ.: Και τα φαγητά σας, τα γαλακτοκομικά σας;

Κα Μαριάνθη: Τα γαλατά, τα βούτυρα, τα κεφαλοτύρια, μανούρια, φέτα, μοσχοβολούσε ο τόπος γιατί όλο λουλούδια τρώγανε τα πρόβατα εδώ στο βουνό. Από κάθε σπίτι δεν έλειπε αυτό, ούτε το κρέας. Αλλά όσο για τα άλλα, για να πας στα Γρεβενά να ψωνίσεις ήθελες 24 ώρες με τα πόδια ή με τα ζώα. Οι πίτες ήταν το πρώτο φαγητό. Τις έφτιαχναν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Με σπανάκι, με λάπατα που έχουμε εδώ, με τσουκνίδα. Βάζαμε κήπους… κολοκύθι για να κάνουμε κολοκυθόπιτα, φασολάκια…

Ακούμε σήμερα ζούμε πρωτόγονα… ας ρωτήσουν εμένα τι θα πει πρωτόγονα… Δεν είχαμε νερό, δεν είχαμε φως, κουβαλούσαμε με τα γκιούμια νερό, ζυμώναμε… Για μας βέβαια δεν ήταν δύσκολα… ήταν τρόπος ζωής. Ήμασταν χαρούμενοι, ζούσαμε ωραία, είχαμε αγάπη… Πολύ καλές οικογένειες, παραδοσιακές. ‘Ρίχναν πολύ βάρος στα παιδάκια… Άκουγες, πω, πω, πόσο μεγάλωσες… τους επαινούσαν. Οι γονείς δίναν αέρα στα παιδιά. Και ίσως αυτό να έκανε τους Βλάχους να είναι γεροί άνθρωποι, χαρούμενοι, προοδευτικοί πάρα πολύ -στο εμπόριο αυτοί που δεν σπούδαζαν. Προκομμένα πράγματα. Γιατί είχαν αυτή τη χαρά μέσα. Οι γονείς δεν μάλωναν εύκολα τα παιδιά. Τους ‘δίναν χαρά. Λέγαν «Τι παιδί έχω εγώ! Μα, ποιο παιδί είναι αυτό; Πόσο μεγάλωσες. Για να σε μετρήσω;»

Για να φανεί η οικογένεια αρχοντική, σηκώνονταν οι νύφες κάθε πρωί να στολίσουν τον πεθερό. Ντύναν τον πεθερό με άσπρη φουστανέλα, κάθε πρωί. Έστρωναν άσπρες φλοκάτες και κάθονταν εκεί οι παππούδες. Γιατί λέγανε ότι η αρχοντιά δείχνει απ’ τον παππού. Υπήρχε μεγάλος σεβασμός. Όλη η οικογένεια άκουγε τον μεγαλύτερο. Όχι ότι ήταν σοφός… όμως σε κάνει η ζωή να ξέρεις πολλά πράγματα… Και οι μικρότεροι άκουγαν. Πού είναι αυτό το πράγμα που τα ξέρουν όλα;

Αυτό απ’ το τραγούδι που ακούγεται έξω τώρα σήμερα, γινόταν κάθε μέρα στα σπίτια. Δηλαδή, κάναμε ένα τραπέζι, ερχόταν και τραγουδούσε ο κόσμος.. χαιρότανε.

Β.Τ.: και σήμερα στο έθιμο που παρακολουθούσαμε τις μικρής Παναγιάς είδαμε πολλά παιδιά με χαρά να ακολουθούν. Δεν είναι εύκολο ένα παιδί να ακολουθήσει τόσο δρόμο, να χωρίς να διαμαρτυρηθεί… Και όμως!

Κα Μαριάνθη: Το μεγάλο, επίσημο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής γίνεται 26, 27, 28 Ιουλίου. Παίρνει ο κόσμος την ευλογία του κάθε Αγίου. Γίνεται δημοπρασία, χορεύει πρώτος αυτός που θα την κερδίσει και ακολουθούν όλοι για την ευλογία, να είναι καλά και τον άλλο χρόνο… Τραγουδούν…  1.000 χρόνια τραγούδια με ωραίο στίχο. Τραγουδούσαμε πώς έγινε η Αγία Σοφία. Να ξέρετε πολέμησαν οι Βλάχοι περιβολιώτες… Όπως λέει ο στίχος… «πέφτουν τα βόλια σαν βροχή…»… «να μετρήσουμε τ’ ασκέρι να δούμε πόσοι λείπουν. Μετράνε τρεις φορές, τους λείπουν 3.000. Μετράνε και τα βλαχόπουλα, τους λείπουν τρεις λεβέντες.» Δηλαδή, πολέμησαν πολύ για την πατρίδα. Πάρα πολύ. Και ο Ρήγας είναι βλάχος… είναι και στο Βελεστίνο σε βλάχο-μαχαλά και εδώ που τον έχουμε, γιατί η μάνα του ήτανε από την Βωβούσα.

Β.Τ.: Η προσευχή η καθημερινότητα, πως ήταν; Είχατε το καντηλάκι αναμμένο στο εικονοστάσι;

Κα Μαριάνθη: Βεβαίως… Η γιαγιά θα έκανε τη λειτουργιά, θα έμενε μέσα σε ένα δωμάτιο, να είναι καθαρά όλα, με ευλάβεια, με προσευχή, για να γίνει η λειτουργιά. Έπρεπε να έχει εξομολογηθεί και να έχει κοινωνήσει. Υπήρχε σεβασμός μεγάλος,  γιατί η γιαγιά κάνει τη λειτουργιά.

Β.Τ.: Εμάς οι γιαγιάδες παίρνανε ευχή και τους δίνανε σφραγίδα.

Κα Μαριάνθη: Σφραγίδα, βέβαια. Κάνανε λειτουργιές πολύ νοικοκυρεμένες… Η κουλούρα που κάναμε στους γάμους «κεντιόταν» πάρα πολύ… Την κόβανε πάνω απ’ το κεφάλι της νύφης και είχανε πολύ ωραία σεβαστά τραγούδια… Όταν έφευγε η νύφη… -γιατί ερχότανε να την πάρουν την νύφη- και τραγουδούσαν «την κόρη που σας δίνουμε, μην την παραπάρετε, μέχρι να δούμε τα χούγια σας.» Καταλαβαίνεις,  υποστηρικτικά και στα νέα ζευγάρια, στις νέες οικογένειες. Και αυτοί που τις παίρνανε τις σέβονταν, τις αγαπούσανε. Σεβότανε… Τώρα έναν άντρα δεν τον αντέχονται, γι’ αυτό λυπάμαι πάρα πολύ. Γίνεται βέβαια και το αντίθετο. Βρίσκαμε μια οικογένεια μεγάλη μες στο σπίτι. Και μια χαρά περνούσαμε, χαρούμενα ήταν τα καημένα. Μια χαρά ήταν.

Να σας πω και το έθιμο της μικρής Παναγιάς γατί έγινε… Είχαμε πανούκλα στην περιοχή… Και όλα τα χωριά γύρω παθαίναν ζημιά στους ανθρώπους. Και ‘πιάσαν τα σταυροδρόμια, τα μονοπάτια. Στον Άγιο Παντελεήμονα ερχόταν από την Αβδέλλα. Από πάνω στο Προφήτη Ηλία ερχόταν από τον Δίστρατο. Από την άλλη μεριά ερχόταν από τη Βωβούσα. Άλλες ήταν οι είσοδοι από το Μέτσοβο και από τα υπόλοιπα χωριά από τα Γρεβενά. Δεν άφηνε ο φύλακας, ούτε να μπει, ούτε να βγει άνθρωπος. Τους τάιζε γειτονιά, γι’ αυτό μοιράζουν. Αν προσέξεις, μοιράζανε οι γυναίκες.

Β.Τ.: Μας είπανε διαφορετικά το έθιμο. Ότι μοιράζουν αυτοί που έχουν χάσει κάποιον.

Κα Μαριάνθη: Όχι. Είναι και για την υγεία… αλλά ο φύλακας έπρεπε να είναι επί ποδός μέρα-νύχτα, για να μην αφήσει άνθρωπο ούτε να βγει ούτε να μπει. Και το χωριό προστατεύθηκε και δεν έπαθε κανένας ζημιά… Στα Γρεβενά ήταν η καθημερινότητα μας, τα ψώνια μας, το αλεύρι, πηγαίναν-έρχονταν τα άλογα.

Β.Τ.: Αν θα δίνατε μια συμβουλή στις νεότερες γενιές, έτσι στα, στα βλαχάκια τα σημερινά ποια θα ήτανε;

Κα Μαριάνθη: Τα παιδιά τα σημερινά, να σέβονται τους μεγάλους και οι μεγάλοι τους μικρούς. Πρώτα σεβόντουσαν οι μεγάλοι και μετά οι μικροί. Περισσότερο οι μεγάλοι. Και οι μαμάδες πρέπει να είναι πιο κοντά στα παιδιά, ενωτικές και κοντά τους. Να μην κοιτάζουν πιο πολύ τον εαυτό τους, τα καφεδάκια τους. Πρέπει να ρίξουν βάρος, πολύ βάρος στα παιδιά. Ένα παιδί για να μεγαλώσει σωστά, θέλει πολύ δουλειά. Στη διαπαιδαγώγηση. Και οι γιαγιάδες παίζουν το ρόλο. Όσοι παίρνουμε τις τα εγγόνια μας εδώ… να κάνουμε τραπέζια στους φίλους τους, να τους κάνουμε το χατίρι. Για να  τα έχουμε κοντά μας, να μη μας φεύγουν. Ένας αγώνας είναι και στους γονείς και στις γιαγιάδες και σε όλους. Εδώ το περιβόλι, ακόμα κρατάει πάρα πολλά!