- 20 Σεπτεμβρίου, 2026
Μιλάμε με τη Στέλλα Γιακούλα για την ζωή στο Περιβόλι Γρεβενών και τα ανεξίτηλα υφαντά του Περιβολίου με τα ζωηρά χρώματα
Κατά την επίσκεψή μας στο Περιβόλι Γρεβενών, είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε συνεντεύξεις για να καταγράψουμε την ζωή στο χωριό, τις δυσκολίες και τις χαρές, τα θρησκευτικά έθιμα και τις προοπτικές ανάπτυξης. Η κα Στέλλα Γιακούλα, καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας, προθυμοποιήθηκε να μας μιλήσει για τη ζωή στο Περιβόλι. Όπως μας ενημέρωσε έχει ασχοληθεί πάρα πολύ με περιβαλλοντικά θέματα, τη λαογραφία, την ανθρωπολογία. Η ίδια μας απαντά σε ερώτησή μας για την πρώτη της οργανωμένη ενασχόληση με την παράδοση: Στην αγγλική φιλολογία ήμασταν υποχρεωμένοι να παίρνουμε και άλλα μαθήματα, εγώ επέλεξα την λαογραφία. Τότε δίδασκε η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος, η οποία ήταν εκπληκτική. Έπειτα συνέχισα με ένα μεταπτυχιακό.
Ας ακολουθήσουμε την ροή της συνέντευξης για ένα ταξίδι στον χρόνο και την παράδοση:
Βιβή Τσιντσίνη (Β.Τ.): Απ’ όσα λίγα ξέρω, αυτά τα υφαντά που βλέπουμε γύρω μας έχουν αξιάδα και αγάπη, τεχνική και παράδοση.
Στέλλα Γιακούλα (Σ.Γ.): Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτό το σπίτι το έφτιαξε το ’87 ο πατέρας μου. Συνεπώς, δεν είναι ένα σπίτι που προϋπήρχε. Απλώς εκείνος ήθελε να υπάρχει ένας χώρος με κιπέγκια. Έτσι τα λέμε αυτόν τον χώρο που βγαίνει έξω. Έλκερ, το ονομάζουν στο εξωτερικό… Ο πατέρας μου ήθελε να υπάρχει γιατί υπήρχε στο παλιό το σπίτι, πριν να καεί το χωριό. Όλα αυτά τα υφαντά είναι από κάπου… απ’ τις θείες, από τη μαμά μου, από τα σόγια. Δεν είναι τίποτα καινούργιο, γύρω μας έχουμε υφαντά της μαμάς, από την αδερφή του πατέρα μου… όλες μου έδωσαν από κάτι… και είναι όλα φτιαγμένα στον αργαλειό, και τα μαξιλάρια και τα και τα χαλιά που υπάρχουν εδώ. Αυτό στο οποίο καθόμαστε, δεν μου το ‘δωσε κανείς. Με πήρε μία φίλη τηλέφωνο από τον Βόλο η οποία ήξερε το σπίτι και ήξερε ότι εγώ τα μαζεύω και μου λέει, “Στέλλα, στη λαϊκή πουλάνε ένα υφαντό… τρέξε… Έτσι πήγα και το πήρα και είναι σαν να φτιάχτηκε γι’ αυτό το κιπέγκι, ακριβώς. Είναι κομμάτι από χαλί. Ήταν καθαρό, δεν ήταν φθαρμένο και βέβαια, πρέπει να ήταν από την περιοχή μας.
Β.Τ.: Να σας πω ότι εμείς διαβάζουμε από την έρευνα που κάνουμε σε πανεπιστημιακή μελέτη ότι κατεβαίνοντας οι περιβολιώτες στο Βελεστίνo και περισσότερο βέβαια οι γυναίκες, απασχολούνταν στα υφαντά ως οικιακή βιοτεχνία… και τα πουλούσαν στα παζάρια και τις λαϊκές. Άρα, διόλου απίθανο να είναι περιβολιώτικο.
Σ.Γ.: Είναι πολύ πιθανό γιατί η Σαμαρίνα, ας πούμε, έχει άλλα χρώματα. Κάθε χωριό έχει τα χρώματά του. Το χαλάκι πίσω είναι στη μηχανή, αλλά είναι άλλης τεχνικής, άλλης τεχνοτροπίας. Λέγεται θηλιαστό. Αυτά γίνονται με μια ιδιαίτερο τρόπο, έχουν μια βέργα που την περνούν και υπάρχει το υπόστρωμα και εκεί επάνω μετά, με τη βέργα περνάνε θηλιές, θηλιές. Τα άλλα δίπλα μας τα λένε κεντητά… (δείχνοντας) αυτό είναι φτιαγμένο για ένα κιπέγκι ή ένα ντιβάνι, φαίνεται από το πως τελειώνει, Και τα μαξιλάρια αυτά, ήταν τα μαξιλάρια τους, στα οποία κοιμόντουσαν, τα είχαν και για διακόσμηση βέβαια, αλλά κοιμόντουσαν σ’ αυτά. Υπάρχουν υφαντά με μαύρο φόντο και άλλα που έχουν φόντο μπεζ χρώμα. Αρχικά από το μαλλί που έβγαζαν, από το κούρεμα των προβάτων, μέχρι να γίνει αυτό το υφαντό, ήταν διαδικασία στο σπίτι που γινόταν απ’ τις γυναίκες. Και η βαφή δηλαδή γινόταν με παραδοσιακό τρόπο, με, με χρώματα, φυσικά. Δηλαδή, με φύλλα από καστανιά, ή με ριζάρι… Όλα τα χρώματα πάντως είναι από φυτά και όπως βλέπετε είναι πολύ ζωηρά, πολύ έντονα χρώματα και ανεξίτηλα. Δεν τα πλένουμε… εγώ τουλάχιστον… θέλει πολύ προσοχή και σε αυτό, γιατί μαζεύουν εύκολα, χάνουν το σχήμα τους…
Β.Τ.: Έχω κι εγώ κάποια κομμάτια και στο άπλωμα αν δεν προσέξεις σου «τραβάνε» οι γωνίες, χαλάει το σχήμα τους…
Σ.Γ.: Εάν δεν το πλύνεις σωστά φεύγουν τα χρώματα… ενώ αν το πλύνεις στην δριστέλα, στο κρύο νερό και το απλώσεις έπειτα ίσια, δεν παθαίνουν τίποτε τα χρώματα. Όλα γίνονταν εδώ. Το κούρεμα το έκαναν οι άντρες, μετά να τα πλύνεις τα μαλλιά, να τα ξάνεις, να τα γνέσεις, μετά στη τσικρίκα ή στη ρόκα. (μετά από αναφορά μας στο υφαντήριο του κ. Σιουμουρέκη) Ναι, είχε υφαντήριο και έχω και δύο σαΐσματα κάτω δικά του… Πρέπει ο Σύλλογος να κινήσει γη και ουρανό να κάνουμε ένα μουσείο και να τα δείξουμε αυτά τα πράγματα… Για παράδειγμα, το γκιούμι εκεί πέρα που έχω μέσα στις γκλίτσες… Ένα πράγμα να δώσει κάθε σπίτι θα γίνει το μουσείο… Έχουμε χώρο και στο σχολείο…
Β.Τ.: Θα ήθελα να πούμε λίγο και για την καθημερινή ζωή των γυναικών στο περιβόλι.
Σ.Γ.: Εκείνο που είναι σημαντικό και μου είχε κάνει πάντοτε εντύπωση, είναι ότι, ενώ σε άλλες παραδοσιακές κοινωνίες, ο άντρας ήταν στο άλογο και η γυναίκα τραβούσε το άλογο, στους Βλάχους αυτό δεν γινόταν ποτέ. Ήταν η γυναίκα πάνω στο άλογο και ο άντρας τραβούσε το άλογο. Νομίζω ότι αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό.
Β.Τ.: Είχανε μία διαμάχη οι άντρες στην συνέντευξη που μας έδωσαν… Αν δηλαδή είναι πατριαρχική η κοινωνία. Κάποιοι είπαν “Μη το βλέπεις έτσι ακριβώς, γιατί μέσα στο σπίτι τελικά μπορεί να ήταν μητριαρχική κοινωνία»…
Σ.Γ.: Τουλάχιστον υπήρχε σεβασμός, ενότητα. Εμένα η μαμά μου μ’ έφερε με άλογο εδώ πέρα. Έχω και φωτογραφία. Έφτανε μέχρι ένα σημείο που πήγαιναν με το τρένο και έπειτα με τα άλογα. Το κουμάντο γινόταν ανάλογα… στα πρόβατα ο άντρας, ο οποίος ερχόταν μια φορά στις είκοσι μέρες. Μη κοιτάς τώρα με τα αυτοκίνητα. Και αναγκαστικά η γυναίκα έπρεπε να κάνει τα κουμάντα της στο σπίτι. Πάρα πολύ σκληρή ζωή. Γεννούσαν στο δρόμο. Δεν υπήρχε ούτε ψυγείο. Δεν υπήρχε φούρνος. Ζυμώνανε το ψωμί με τα χέρια… Η μάνα μου θυμάμαι πήγαινε δίπλα, στην Αλεξάνδρα του Μπριάζνα, σε μια γειτόνισσα εδώ, οι οποίοι είχαν πρόβατα και έπρεπε να ζυμώνουν πάρα πολύ για τους άντρες που έφευγαν… και πήγαιναν εκεί και έψηναν το ψωμί. Φαντάζομαι ότι πριν να καεί το χωριό, ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Δηλαδή, είχε κάθε σπίτι το φούρνο του. Νερό, βέβαια, δεν είχε μέσα στο σπίτι. Κουβαλούσαμε με αυτό το γκιούμι εκεί πέρα -ευτυχώς, είμαι η δεύτερη κόρη και το κουβαλούσε η μεγάλη μου αδερφή. Εγώ πήγαινα με το κανατάκι. Δύσκολα, δύσκολα. Και βέβαια, έπρεπε να φέρνουν βόλτα και όλο το νοικοκυριό; Δεν είχαν τόσα ρούχα όσα είχαμε εμείς. Οι παππούδες μου εμένα, ήταν και οι δυο ραφτάδες, που έραβαν και τα γυναικεία, και τα αντρικά ρούχα. Πήγαιναν στα σπίτια και έραβαν. Ο πατέρας μου, ο ένας αδερφός τον έδωσε στον άλλo αδερφό, γιατί δεν είχε παιδιά. Και η θεία μου, μου, είπε ότι μόλις φτάσαμε στη Μαντήλα, -είναι εκεί που βρίσκεται σήμερα η επιγραφή καλωσορίσατε στο όμορφο Περιβόλι- του λέει, “Γιάννη, ε, Γιαννακούλη -στα Βλάχικα φυσικά- πάρε τον αυτόν. Δεν είναι ούτε του Ιωάννη είναι, ούτε του Δημητρίου είναι. Δεν υπάρχει σε οικογενειακή μερίδα κανενός από τους δυο.»
Β.Τ. Και το σχολείο; Μας είπανε χειμώνα-καλοκαίρι…
Σ.Γ.: Ναι, το σχολείο ήτανε μία ιστορία, γιατί κάνανε και χειμώνα και καλοκαίρι γιατί το τέλος της χρονιάς ήταν ανάμεσα στη μετακίνηση. Αλλά το σημαντικό ήταν ότι τα παιδιά τα στέλνανε στο σχολείο, οπωσδήποτε. Ο πατέρας μου ήταν μαραγκός και τελείωνα το σχολείο κάτω φυσικά… αλλά, επειδή πήγαιναν και τα άλλα παιδιά των κτηνοτρόφων το καλοκαίρι, με έστελναν και μένα –έχω και φωτογραφία να λέω ποίημα στην πλατεία στον πλάτανο.
Η κα Γιακούλα μας ενημέρωσε ότι έχει κάνει ειδική παρουσίαση για τα υφαντά, μετά από έρευνά της… Έτσι, ανανεώσαμε το ραντεβού μας για να μας δώσει πιο αναλυτικά στοιχεία.
Φωτο-ρεπορτάζ: Βαλάντης Ματσόρδας – Αποστόλης Νάνος
Σχετικές δημοσιεύσεις:
La Gardina: Νέος προορισμός φιλοξενίας στο Περιβόλι Γρεβενών από την οικογένεια Γεωργίου Ευθ. Νιμπή



















