- 24 Φεβρουαρίου, 2026
Παρουσίαση αρχαιολόγου Δ. Αγνουσιώτη: η ζωή στην Κάρλα κατά την προϊστορική περίοδο μέσα από τις αρχαιολογικές έρευνες
Εξαιρετική ήταν η διάλεξη του αρχαιολόγου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας Δημήτρη Αγνουσιωτη για τη λίμνη Κάρλα και τη ζωή στο λιμναίο περιβάλλον κατά την προϊστορική περίοδο μέσα από τις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης 18 Φεβρουαρίου στο ξενοδοχείο «Παρκ» και ήταν στο πλαίσιο του κύκλου μηναίων διαλέξεων που έχει καθιερώσει και υλοποιεί με επιτυχία το σωματείο “Φίλοι Αθανασάκειου Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου. Το ενδιαφέρον του κοινού ήταν μεγάλο με πολλές ερωτήσεις κι απορίες προς τον ομιλητή.
Η λίμνη Κάρλα δημιουργήθηκε πριν από 500.000 χρόνια όταν η περιοχή της Θεσσαλίας, η οποία αρχικά ήταν μία μεγάλη λίμνη, βίωσε μία ταχεία φάση αποστράγγισης των υδάτων προς το Αιγαίο, μέσω της κοιλάδας των Τεμπών. Έτσι, διαμορφώθηκε η θεσσαλική πεδιάδα, αλλά σε διάφορα πιο βαθιά σημεία διατηρήθηκαν κάποιες μικρότερες λίμνες και έλη.
Η αρχαία ονομασία ήταν «Βοιβηίς», η οποία προέρχεται είτε από τον ιδρυτή της ομώνυμης αρχαίας πόλης, τον Βοίβο, είτε από τη Φοίβη, τη θεότητα του φωτός, προκάτοχο του Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών. Η ονομασία «Κάρλα» αποδόθηκε στη λίμνη κατά τα μεσαιωνικά χρόνια σε, η οποία πιθανότατα είναι μία λέξη σλαβικής προέλευσης, που σχετίζεται είτε με το σχήμα της (gbrlo = στόμιο ποταμού) είτε από το όνομα κάποιου τοπικού άρχοντα «Κράλη» ή «Κάρολο».
Το περιβάλλον της περιοχής προσέφερε πολλά πλεονεκτήματα διαβίωσης, γι’ αυτό και αποτέλεσε διαχρονικά έναν ισχυρό πόλο έλξης. Οι άνθρωποι εκμεταλλεύονταν τους φυσικούς της πόρους και πότιζαν τις καλλιέργειές τους στα εύφορα πεδινά, αλλούβια εδάφη γύρω από τη λίμνη. Παράλληλα ευνοήθηκε η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, καθώς τα οικόσιτα ζώα μπορούσαν να βοσκήσουν σε παραλίμνιες εκτάσεις και να ξεδιψάσουν με το νερό της λίμνης. Συμπληρωματικά ενίσχυαν τη διατροφή τους με θηράματα από τις δασώδεις ορεινές εκτάσεις, με ψάρια και άλλες λιμναίες τροφές. Μία άλλη οικονομική δραστηριότητα που ευνοείται σε ένα λιμναίο περιβάλλον είναι το εμπόριο και οι επαφές μεταξύ των παρόχθιων οικισμών, καθώς το νερό διευκόλυνε τις μετακινήσεις.
Από την άλλη πλευρά, οι περιβαλλοντικές συνθήκες δημιουργούσαν και αρκετές δυσχέρειες, που απαιτούσαν επινοήσεις για την αντιμετώπισή τους, όπως για παράδειγμα η μόνιμη υγρασία και το μικροκλίμα της περιοχής. Όμως το σημαντικότερο πρόβλημα με το οποίο έρχονταν αντιμέτωποι οι κάτοικοι των παραλίμνιων οικισμών ίσως ήταν οι συνεχείς αυξομειώσεις της στάθμης της λίμνης. Η παράμετρος αυτή φαίνεται ότι επηρέαζε την καλλιεργήσιμη έκταση και μαζί και άλλους φυσικούς παράγοντες, όπως το κλίμα και τη εφορεία της γης και κατ’ επέκταση επιδρούσε στη θέση και στην κατανομή των οικισμών της ευρύτερης περιοχής. Επομένως, ήταν μεγάλο ζήτημα, ιδιαίτερα για τους προϊστορικούς ανθρώπους, η «εξημέρωση του νερού», δηλαδή η μετατροπή των μειονεκτημάτων σε πλεονεκτήματα, η επωφελής διαχείρισή του και η ενεργητική εκμετάλλευσή του.
Η Κάρλα αποξηράνθηκε οριστικά το 1963, για να δοθεί η έκταση της σε ακτήμονες και οι επιπτώσεις τόσο για το περιβάλλον όσο και για την οικονομία της περιοχής ήταν καταστρεπτικές. Το 1999 ξεκίνησε η κατασκευή ενός ταμιευτήρα με τεχνητά αναχώματα, έκτασης 42.000 στρεμμάτων, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο της παλιάς λίμνης. Παράλληλα, διανοίχτηκαν συλλεκτήρες-τάφροι, μήκους 7 έως 10χλμ., οι οποίοι συλλέγουν υδάτινους όγκους από ποτάμια, ρέματα και χείμαρρους της Μαγνησίας και της Λάρισας και εκβάλλουν στον ταμιευτήρα. Το έργο ολοκληρώθηκε σχεδόν 20 χρόνια αργότερα και αποδείχτηκε ζωτικής σημασίας για την ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, καθώς συνέβαλε σημαντικά στην αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας, στην επανεμφάνιση πολλών ειδών της χλωρίδας και της πανίδας, στην εξασφάλιση της αρδευτικής επάρκειας και στην ποιοτική αναβάθμιση του τοπίου, με άμεσο θετικό αντίκτυπο στις παραγωγικές δραστηριότητες.
Οι πρώτοι οικισμοί ιδρύθηκαν σε παράκτιες θέσεις κατά τη Νεολιθική περίοδο, την 7η χιλιετία π.Χ., ενώ η κατοίκηση συνεχίστηκε αδιάλειπτα καθ’ όλη τη διάρκεια της προϊστορικής περιόδου.
Είναι ξεκάθαρη στους νεολιθικούς οικισμούς της Κάρλας η μέριμνα των ανθρώπων να διαχειριστούν τις ανεπιθύμητες συνέπειες πλημμυρών, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις είτε τους ανάγκασαν να μετατοπίσουν τον οικισμό σε πιο ασφαλές σημείο είτε να τον εγκαταλείψουν. Για το λόγο αυτό, κατασκεύαζαν τάφρους, οι οποίες, πέρα από τις υπόλοιπες χρήσεις, σίγουρα ήταν και αποστραγγιστικές. Ένα άλλο αντιπλημμυρικό μέτρο ήταν η κατασκευή λιθόκτιστων περιβόλων. Άλλες ενδείξεις της προσπάθειας των ανθρώπων να διαχειριστούν τους υδάτινους πόρους είναι η κατασκευή πηγαδιών. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να εντοπίσουν τον υδροφόρο ορίζοντα και να εντάξουν την άντληση του νερού μέσα στο χώρο της κοινότητας. Τέλος, έχουν βρεθεί σε αρκετές περιπτώσεις και λιθόκτιστοι αγωγοί συλλογής ή απορροής υδάτων. Στην περίπτωση της Κάρλας, όλοι οι οικισμοί ιδρύθηκαν σε παρόχθιες θέσεις, σε πεδινές ή λοφώδεις εκτάσεις και σε βραχώδη υψώματα.
Σύμφωνα με τις αρχαίες περιγραφές, η πασσαλόπηκτη καλύβα, υπερυψωμένη ή θεμελιωμένη στο έδαφος, κατασκευασμένη με ξύλα ή καλάμια είναι ο κατεξοχήν τύπος σπιτιού ενός λιμναίου οικισμού. Ένας τέτοιος προϊστορικός οικισμός ανασκάφτηκε στο Δισπηλιό. Στη σύγχρονη εποχή, οι καλύβες των ψαράδων της λίμνης, πασσαλόπηκτες στο εσωτερικό της λίμνης συνήθως σε ρηχά νερά, προορίζονταν για εποχική διαβίωση και σχετίζονταν με τις δραστηριότητες αλιείας των κατοίκων.
Στην Κάρλα ωστόσο, δεν βρέθηκαν τεκμήρια κατοίκησης στο εσωτερικό της λίμνης, γεγονός που αποκλείει το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός λιμναίου οικισμού με πασσαλόπηκτες καλύβες, πάνω από υδάτινες επιφάνειες όσον αφορά στην προϊστορική περίοδο.
Τα προϊστορικά σπίτια διέθεταν λιθόκτιστα θεμέλια και πλίνθινη ανωδομή και είχαν απλή μορφή, η οποία σταδιακά εξελίχθηκε σε πιο σύνθετη, με περισσότερα δωμάτια. Υπήρχαν χώροι διαμονής, αποθήκευσης και προετοιμασίας της τροφής ενώ σε αρκετές περιπτώσεις λιθόκτιστοι περίβολοι εξωτερικά του σπιτιού οριοθετούσαν αυλές, όπου πραγματοποιούνταν υπαίθριες εργασίες. Οι κυρίες ασχολίες τους σχετίζονταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Όσον αφορά στην αλιεία, δεν έχουν βρεθεί ανασκαφικά τεκμήρια-ιχθυολογικά κατάλοιπα ή σύνεργα ψαρέματος-που να επιβεβαιώνουν αυτήν την δραστηριότητα κατά την προϊστορική περίοδο, παρόλο που στη σύγχρονη εποχή ήταν από τις σημαντικότερες ασχολίες των κατοίκων.
Τέλος, όσον αφορά στα ταφικά δεδομένα, αρχικά οι νεκροί θάβονταν μέσα στα όρια του οικισμού, σε απλούς τάφους, χωρίς συνοδευτικά αντικείμενα (κτερίσματα). Από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. άρχισε να διαφαίνεται μία γενική τάση για οριοθέτηση του ταφικού χώρου και διαχωρισμού του από τον οικισμό και παράλληλα κάποιες σημαντικές αλλαγές, όπως η κατασκευή πιο επιμελημένων, οικογενειακών τάφων, ο πλούσιος στολισμός των νεκρών και οι πολύπλοκες ταφικές τελετουργίες, οι οποίες προσφέρουν πληροφορίες που σχετίζονται με τις συμπεριφορές, την ιδεολογία, την κοσμοθεωρία και ακόμη και τα συναισθήματα των ανθρώπων για την απώλεια ενός μέλους της οικογένειας ή της κοινότητας.








